ἀγαθῶν


ἀγαθῶν
ἀγαθός
good
fem gen pl
ἀγαθός
good
masc/neut gen pl
ἀγαθόω
do good to
pres part act masc voc sg (doric aeolic)
ἀγαθόω
do good to
pres part act neut nom/voc/acc sg (doric aeolic)
ἀγαθόω
do good to
pres part act masc nom sg
ἀγαθόω
do good to
pres inf act (doric)

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Look at other dictionaries:

  • Ἀγάθων — masc nom/voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ἀγάθων' — Ἀγάθωνα , Ἀγάθων masc acc sg Ἀγάθωνι , Ἀγάθων masc dat sg Ἀγάθωνε , Ἀγάθων masc nom/voc/acc dual …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Αγάθων — I (Αθήνα 445; – Πέλλα 400; π.Χ.).Αθηναίος τραγικός ποιητής. Ελάχιστες πληροφορίες για τη ζωή του έφτασαν έως εμάς. Βρισκόταν στην ακμή του την εποχή του όψιμου Ευριπίδη, νίκησε το 416 με τραγωδία στα Λήναια και το 405 πήγε στην αυλή του Αρχέλαου …   Dictionary of Greek

  • ἀγάθων — ἀ̱γάθων , ἀγαθόω do good to imperf ind act 3rd pl (doric aeolic) ἀ̱γάθων , ἀγαθόω do good to imperf ind act 1st sg (doric aeolic) ἀγαθόω do good to imperf ind act 3rd pl (doric aeolic) ἀγαθόω do good to imperf ind act 1st sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἁγάθων — ἀ̱γάθων , ἀγαθόω do good to imperf ind act 3rd pl (doric aeolic) ἀ̱γάθων , ἀγαθόω do good to imperf ind act 1st sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κἀγαθῶν — ἀγαθῶν , ἀγαθός good fem gen pl ἀγαθῶν , ἀγαθός good masc/neut gen pl ἀγαθῶν , ἀγαθόω do good to pres part act masc voc sg (doric aeolic) ἀγαθῶν , ἀγαθόω do good to pres part act neut nom/voc/acc sg (doric aeolic) ἀγαθῶν , ἀγαθόω do good to pres… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ἀγάθωνα — Ἀγάθων masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ἀγάθωνας — Ἀγάθων masc acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ἀγάθωνες — Ἀγάθων masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ἀγάθωνι — Ἀγάθων masc dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)